καταμείγνυμι


καταμείγνυμι
(или κατα—μίγνυμι) смешиваю

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "καταμείγνυμι" в других словарях:

  • καταμείγνυμι — και καταμειγνύω (Α) ενώνω δύο ή περισσότερα πράγματα, αναμιγνύω, ανακατώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + μείγνυμι «αναμιγνύω»] …   Dictionary of Greek

  • κατάμειξις — κατάμειξις, ἡ (Α) [καταμείγνυμι] η πλήρης ανάμιξη …   Dictionary of Greek

  • καταμίγνυμι — (Α) βλ. καταμείγνυμι …   Dictionary of Greek

  • καταμίσγω — (Α) καταμείγνυμι*. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + μίσγω, μεταπλασμένος τ. τού μείγνυμι] …   Dictionary of Greek

  • συγκαταμείγνυμι — και συγκαταμίγνυμι Α ενώνω, συνενώνω, αναμιγνύω (α. «χάριτας Μούσαις συγκαταμειγνύς», Ευρ. β. «ὠδαῑς καὶ θαλίαις τὴν ψυχὴν συγκαταμειγνύναι», Ξεν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + καταμείγνυμι «ενώνω, αναμιγνύω»] …   Dictionary of Greek